Η Γκενκ θα μπορούσε να είναι η καλύτερη ομάδα του κόσμου, αλλά κέρδισε εκατομμύρια κι έγινε υπόδειγμα για την Ελλάδα

Αθλητικα

Η Γκενκ αποτελεί το υπόδειγμα για κάθε σύλλογο που αγωνίζεται σε πρωτάθλημα εκτός top-5, αφού μία λειτουργία που κοστίζει ελάχιστα, οι ακαδημίες, της έχει αποφέρει σχεδόν 70.000.000 κέρδος μόνο μέσα σε μία δεκαετία, παράγοντας παίκτες όπως ο Κέβιν ντε Μπρόινε και ο Τιμπό Κουρτουά.

Η Γκενκ ιδρύθηκε το 1988, τρία χρόνια πριν γεννηθεί ένας από τους κορυφαίους απόφοιτους των ακαδημιών της, ο Κέβιν ντε Μπρόινε. Η συγχώνευση των Βάτερσχεϊ και Βίντερσλαγκ αποδείχθηκε ό,τι καλύτερο για την πόλη της Λιμβουργίας στα σύνορα με τη Γερμανία, σε αθλητικό επίπεδο και όχι μόνο. Διότι αυτό που συμβαίνει με τις ακαδημίες της καθιστούν το σύλλογο επίκεντρο διεθνούς ενδιαφέροντος και υπόδειγμα για κάθε ομάδα που δεν ανήκει στην ελίτ, όπως για παράδειγμα οι ελληνικές.

Ο Ντε Μπρόινε δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Ένας κανόνας που περιλαμβάνει τους Τιμπό Κουρτουά, Καλιντού Κουλιμπαλί, Γιανίκ Καράσκο, Σεργκέι Μιλίνκοβιτς Σάβιτς, Ρουσλάν Μαλινόβσκι και μία σειρά αστέρων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου που ξεχωρίζουν την τελευταία δεκαετία και στα χρόνια διάπλασης, είτε ως ενήλικοι είτε ως ανήλικοι, φόρεσαν τα χρώματα του συλλόγου.

Το πώς κατάφερε μία ομάδα που κυριολεκτικά δεν υπήρχε πριν από κάποια χρόνια να δημιουργήσει μία τέτοια ακαδημία κι ένα τέτοιο σύστημα παραγωγής δεν είναι κρυφό: το αποκάλυψαν οι ίδιοι οι άνθρωποί της, αφού δεν έχουν να φοβηθούν τον ανταγωνισμό. Τουναντίον, τον καλωσορίζουν, μέχρι να καταφέρει κάποια άλλη ομάδα να κλείσει πώληση 10.000.000 ευρώ για δύο χρόνια μετά, όπως συνέβη με τον Μάαρτεν Βαντεβόρντ, που θα πάει στη Λειψία το καλοκαίρι του 2024!

Εν αρχή ην η εκπαίδευση

Η Γκενκ πρωτοεμφανίστηκε στην Pro League, την κορυφαία κατηγορία του εγχωρίου πρωταθλήματος, μόλις το 1996-1997. Τρία χρόνια αργότερα είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Βελγίου, κατόρθωμα που επανέλαβε το 2001-2002. Το status quo είχε αλλάξει άρδην και το 2003 αποφασίστηκε η νέα κατευθυντήριος γραμμή, με την αναμόρφωση των ακαδημιών της.

Οι πόροι από το Champions League βοήθησαν ώστε ο σύλλογος να πετύχει το στόχο του. Ήδη, στα τμήματα υποδομής υπήρχαν αστέρια που οι προπονητές διέβλεπαν το αγλαό μέλλον τους, Ο Κουρτουά ήταν ένας εξ αυτών (στις ακαδημίες από το 1999), όμως το οικοδόμημα δεν έπρεπε να βασιστεί πάνω σε πρόσωπα, αλλά πάνω σε αρχές. Η πιο σημαντική εξ αυτών; Η εκπαίδευση.

Οι εκκολαπτόμενοι ποδοσφαιριστές που βρίσκονται στο σύλλογο δεν επιτρέπεται να αριστεύσουν μόνο στο ποδόσφαιρο, όσο αποτελούν στελέχη των ακαδημιών. Το σύστημα της Γκενκ τους ωθεί στο να αριστεύουν και στα μαθήματά τους. Αν αυτό δεν είναι εφικτό διότι τα σπίτια τους είναι μακριά από τις εγκαταστάσεις και σπαταλούν πολύ χρόνο στις μετακινήσεις, η Γκενκ έχει φροντίσει (με τη συγκατάθεση της οικογένειας φυσικά) ώστε αυτά τα παιδιά να εγγραφούν σε τοπικά ολοήμερα σχολεία, όπου μπορούν να κοιμούνται και να διαβάζουν εκεί. Για τα παιδιά από άλλες χώρες όπως ήταν ο Νιγηριανός μέσος Γουίλφρεντ Εντίντι έχει προβλεφθεί ακόμα και σύστημα ανάδοχων οικογενειών, οι οποίες τους παρέχουν ένα σπιτικό, ώστε εκείνα να μπορούν απρόσκοπτα να ασχοληθούν μόνο με τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την ομάδα.

Όταν διευθετηθεί αυτό το ζήτημα, στο προσκήνιο έρχονται οι ποδοσφαιρικές αρχές που έχουν εμφυσήσει οι προπονητές στους “μαθητές” τους. Σκοπός είναι η ανάδειξη ποδοσφαιριστών με όσο το δυνατόν πιο άρτια τεχνική κατάρτιση και ποδοσφαιρικό μυαλό, παρά γυμνασμένοι αθλητές. Η μπάλα είναι πάντα πιο σημαντική από τις αθλητικές επιδόσεις στις προπονήσεις.

“Έχουμε υπομονή με τους μικρόσωμους παίκτες. Τα καλά πόδια και το καλό ποδοσφαιρικό μυαλό είναι προτεραιότητές μας”, εξηγεί ο διευθυντής των ακαδημιών, Ρόλαντ Μπρέουγκελμανς.

Πολύ σημαντικός παράγοντας είναι κι η πειθαρχία. Οι παίκτες των ακαδημιών πρέπει να φορούν ολόμαυρα παπούτσια και να μαζεύουν τους κώνους και τις μπάλες μετά το πέρας του προγράμματος.

Την ίδια στιγμή, οι προπονητές και οι άνθρωποι των ακαδημιών βρίσκονται σε μία αέναη αναζήτηση έμπνευσης για τη βελτίωση της λειτουργίας, αναζητώντας καινοτόμες ιδέες από τμήματα υποδομής άλλων συλλόγων. “Πιστεύουμε σε αυτό που κάνουμε, αλλά κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά για προτάσεις και ειδίκευση από άλλες χώρες και συλλόγους που θέλουν να μας βοηθήσουν”, εξηγεί ο επικεφαλής των τμημάτων υποδομής και πρώην παίκτης του συλλόγου και της εθνικής Βελγίου, Κουν Ντάρντεν.

Στο κυνήγι των ταλέντων

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Οι ακαδημίες της Γκενκ άρχισαν να συγκεντρώνουν ταλέντα από την περιοχή και τις γύρω πόλεις ή και από μακρινές περιοχές, τα οποία πέτυχαν να σφυρηλατήσουν με τις ιδέες τους. Χωρίς να δαπανούν εκατομμύρια, κατάφεραν να βρουν ό,τι καλύτερο κυκλοφορούσε εντός των συνόρων και ορισμένες φορές ακόμα και εκτός.

Ο Κουρτουά κατευθύνθηκε στο Γκενκ από το Μπρε, μία πόλη 25 χιλιόμετρα μακριά. Οι Στίβεν Ντεφούρ και Ντένις Πρατ γεννήθηκαν επίσης σε γειτονικές πόλεις. Ο Ντε Μπρόινε ήταν από τα “ακατέργαστα διαμάντα” στις ακαδημίες της μεγάλης αντιπάλου, Γάνδης, που οι άνθρωποι της Γκενκ κατάφεραν να πείσουν να αλλάξει στέγη. Ο Κριστιάν Μπεντέκε αποκτήθηκε το 2006, σε ηλικία 15 ετών, από τη Σταντάρ και ο Καράσκο ένα χρόνο νωρίτερα, στα 12, από μικρή ομάδα των Βρυξελλών.

Δεν αρκούσαν τα δίχτυα στις κοντινές περιοχές ή σε εγνωσμένης αξίας ομάδας, όμως. Ο σύλλογος ανέπτυξε ένα δίκτυο εκτεταμένου σκάουτινγκ σε όλη τη χώρα. Ο Ντιβόκ Ορίγκι εντοπίστηκε στη βορεινή άκρη του Βελγίου, με τους σκάουτ της ομάδας να φτάνουν μέχρι τα νότια σύνορα με τη Γαλλία για να εξορύξουν το επόμενο χρυσάφι.

Δρέποντας τους καρπούς

Αρχίζοντας από τμήματα κάτω των 7 και φτάνοντας μέχρι την ομάδα Κ21, η Γκενκ “εξοπλίστηκε” όλα αυτά τα χρόνια με μία σειρά νεαρών παιδιών που είχαν ένα κοινό στόχο, να φτάσουν στην πρώτη ομάδα. Η τελευταία είχε φροντίσει ώστε όταν συνέβαινε αυτό, να είναι έτοιμη να τους υποδεχθεί.

“Το DNA κι η φιλοσοφία του συλλόγου είναι να αναπτύξει και να δώσει ευκαιρία σε νεαρούς ποδοσφαιριστές στην πρώτη ομάδα. Γενικά, στόχος της ακαδημίας είναι να αναπτύξει ταλαντούχους παίκτες και να τους βοηθήσει να εξελιχθούν σε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Χρειαζόμαστε την ακαδημία, προσπαθούμε να αναπτύξουμε όλο και περισσότερους παίκτες για την πρώτη ομάδα”, εξηγεί ο Ντάρντεν.

Το 2010-2011 ο σύλλογος επέστρεψε στην κορυφή του Βελγίου για το τρίτο πρωτάθλημα της ιστορίας του. Βασικοί ήταν ο 19χρονος Ντε Μπρόινε και ο 18χρονος Κουρτουά. Κανείς από τους δύο δεν θα μπορούσε να μακροημερεύσει στο “Φένιξσταντιον”, αφού οι μνηστήρες ήταν πολλοί και κάπου εκεί άρχισε να δραστηριοποιείται το business κομμάτι του βελγικού συλλόγου.

ΟΙ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΠΑΙΚΤΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ

Η “χρυσή γενιά” κι οι πωλήσεις

Η Γκενκ είχε καταφέρει και στο παρελθόν να εντοπίσει νεαρούς, ταλαντούχους παίκτες, να τους βελτιώσει και να τους πουλήσει με κέρδος, είτε αυτοί φοίτησαν στις ακαδημίες της είτε αποκτήθηκαν σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία. Τη δεκαετία του ’90 οι Μπράνκο Στρούπαρ, Φιλίπ Κλεμάν και Μπαρτ Χορ ήταν τρεις τέτοιες περιπτώσεις, την επόμενη δεκαετία οι Γουέσλεϊ Σονκ, Ντεφούρ, Μαμουνί Νταγκανό, Ντιντιέ Ζοκορά, Άαρον Μοκοένα ήταν μερικές αντίστοιχες περιπτώσεις.

Αν βάλουμε ως “σημάδι” την πρωταθληματική σεζόν 2010-2011, τότε οι πρώτες πωλήσεις που οφείλονται στις ακαδημίες της ήταν οι Κουρτουά και Ντε Μπρόινε. Οι δύο πρώην κολλητοί, που τα “έσπασαν” για μία γυναίκα (η τότε σύντροφος του δεύτερου τον απάτησε με τον πρώτο) απέφεραν 16.950.000 στα ταμεία της ομάδας, αμφότεροι καταλήγοντας στην Τσέλσι με έξι μήνες διαφορά. Ο δεύτερος τερματοφύλακας της Γκενκ και προϊόν των ακαδημιών της, Κουν Καστέλς, πωλήθηκε στη Χόφενχαϊμ για 1.200.000. Το 2011-2012 έφυγε για τη Μαγιόρκα με 2.400.000 κι ο Μάρβιν Ογκουντζίμι που αποκτήθηκε στα 17 του.

Το 2012-2013 ήταν η σειρά του Μπεντέκε να πάρει μεταγραφή στην Άστον Βίλα ύψους 8.800.000. Εκείνη τη σεζόν, η Γκενκ αγόρασε έναν 21χρονο Σενεγαλέζο στόπερ από τη Μετς, τον Κουλιμπαλί, που το καλοκαίρι του 2014 τον πούλησε στη Νάπολι για 7.750.000. Τον επόμενο χρόνο ο Γέλε Βόσεν αποχώρησε με συνολικό αντίτιμο 4.150.000 για το δανεισμό και την πώλησή του σε Μίντλεσμπρο και Μπέρνλι, όμως η πιο ακριβή πώληση του 2015 ήταν αναπόφευκτα ο Μιλίνκοβιτς Σάβιτς, που πήγε στη Λάτσιο για 12.000.000.

Μέσα στο 2016-2017 ο σύλλογος εισέπραξε 45.700.000, τα περισσότερα εκ των οποίων τον Ιανουάριο του 2017, όταν πούλησε τους Εντίντι στη Λέστερ και Λίον Μπέιλι στη Λεβερκούζεν. Πιο πρόσφατα, ο Σάντερ Μπέργκε έσπασε το ρεκόρ πώλησης με τα 23.000.000 που έδωσε η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ τον Ιανουάριο του 2020 και δώδεκα μήνες αργότερα ο Γιόακιμ Μάλε κόστισε 13.700.000 στην Αταλάντα.

Συνολικά, από το 2011-2012 μέχρι και τη φετινή μεταγραφική περίοδο, η Γκενκ εισέπραξε 246.420.000 από τις πωλήσεις και τους δανεισμούς ποδοσφαιριστών, χωρίς να υπολογίζονται τα μπόνους μεταπώλησης και τα τροφεία, που σε περιπτώσεις όπως του Ντε Μπρόινε και του Κουρτουά πρόκειται για αξιοσημείωτα ποσά. Οι αγορές δε κόστισαν 165.830.000, κάτι που σημαίνει ότι το μεταγραφικό ισοζύγιο έχει θετικό πρόσημο κατά 80.590.000.

Υπογραμμίζεται ότι το μεγαλύτερο ποσό που εισέπραξε είναι τα 23.000.000 του Νορβηγού αμυντικού μέσου και ακολουθούν τα 15.560.000 του Λεονάρντο Τροσάρ (Μπράιτον). Ποτέ δεν προχώρησε σε πώληση με κάποιο εξωφρενικό ποσό, αντιθέτως φρόντισε να διατηρεί μία παραγωγική διαδικασία και να πουλάει παίκτες φτάνοντας περίπου σε οκταψήφιο ποσό, δηλαδή χρήματα που θα μπορούσαν να ζητούν ακόμα και οι ελληνικές ομάδες για τα δικά τους ταλέντα.

ΤΟ ΜΕΤΑΓΡΑΦΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΓΚΕΝΚ

Τι θα γινόταν αν τους κρατούσε

Ο Πάτρικ Γιάνσεν, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ομάδας μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018, είχε την εποπτεία αρκετών από τις μεταγραφές της ομάδας και εξηγούσε ότι ο σύλλογος έχει ως σκοπό την ανάδειξη της πόλης και όχι τον πλουτισμό των μετόχων: “Ο σύλλογος αναπτύσσεται σταδιακά, αλλά διατηρεί τη δομή του, που σημαίνει κανείς δεν μπορεί να τον αγοράσει ή να τον πουλήσει. Κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει χρήματα μέσω μερισμάτων ή με κάποιον άλλον τρόπο. Δεν είναι ξεχωριστός ιστορικά, όμως γίνεται ολοένα και πιο σπάνιος”.

Στο τιμόνι τον διαδέχθηκε μία θρυλική μορφή του βελγικού ποδοσφαίρου, ο Έρικ Γκέρετς, ο οποίος δεν είχε πρόθεση να πειράξει τον τρόπο λειτουργίας. Οι θεμελιώδεις αρχές παρέμειναν ίδιες και οδήγησαν στο πρωτάθλημα του 2018-2019. Τα επόμενα χρόνια δεν ήταν το ίδιο επιτυχημένα, αν και το 2020-2021 κατακτήθηκε το κύπελλο της χώρας, το πέμπτο στην ιστορία της ομάδας.

Ίσως η μεγαλύτερη κατάκτηση να είναι πως τη σεζόν 2021-2022, η Γκενκ δεν είχε στο ρόστερ της ποδοσφαιριστή άνω των 29 ετών. Αντιθέτως, είχε τον νεαρότερο τερματοφύλακα που έχει αγωνιστεί στο Champions League σε ηλικία 17 ετών και 287 ημερών, τον γεννημένο στο Νότιγχαμ Βάντενβορτ, δηλαδή τη… μεθεπόμενη μεγάλη πώληση, όπως έχει συμφωνηθεί με τη Λειψία.

Αν ο σύλλογος κατάφερνε με κάποιον παρανοϊκό τρόπο να κρατήσει όλα τα αστέρια της, θα προσέφερε στο κοινό ίσως την καλύτερη ομάδα του κόσμου. Ο Κουρτουά θα βρισκόταν στο τέρμα, οι Κουλιμπαλί, Καστάνε και Νατάν Καμπαζέλ θα βρίσκονταν στην άμυνα, ο Εντίντι θα υπερασπιζόταν αυτήν την τριπλέτα από τη μεσαία γραμμή με τους Μιλίνκοβιτς Σάβιτς και Ντε Μπρόινε μπροστά τους, ο Καράσκο θα έτρεχε ακατάπαυστα στα δεξιά, ο Πρατ στα αριστερά και οι Μπεντέκε και Ορίγκι θα σκόραραν από την κορυφή. Παίκτες όπως οι Καστέλς, Μάλε, Μπέιλι, Τροσάρ, Μαλινόβσκι, Ομάρ Κόλεϊ θα βρίσκονταν στον πάγκο και μία πλειάδα ποδοσφαιριστών ακόμα θα έριζε για χώρο στην αποστολή.

Η Γκενκ θα μπορούσε να είναι η καλύτερη ομάδα του κόσμου, αλλά κέρδισε εκατομμύρια κι έγινε υπόδειγμα για την Ελλάδα


Αυτό που δεν θα γινόταν είναι αυτή η ομάδα να αγωνίζεται σε ένα αντίστοιχα καλό πρωτάθλημα όπως εκείνα του top-5 και κατά συνέπεια οι παίκτες που παρήγαγε δεν θα έφταναν ποτέ στο “ταβάνι” τους, κάτι που συμβαίνει μόνο όταν βρεθούν στο υψηλότερο επίπεδο όπου μπορούν να ανταπεξέρθουν. Φυσικά, δεν θα υπάρχαν και αυτά τα 80.000.000 κέρδους από το μεταγραφικό ισοζύγιο της τελευταίας δεκαετίας. Στο τέλος της ημέρας, η συνεχιζόμενη παραγωγική διαδικασία της Γκενκ δεν είναι απλά επιλογή, είναι ένας τρόπος επιβίωσης και εν τέλει επιτυχιών για μία ομάδα από το Βέλγιο που “γεννήθηκε” τρία χρόνια πριν από τον Ντε Μπρόινε.

Πηγή: sport24.gr