Η Αθήνα και η Ελλάδα άλλαξαν την Team USA και έχτισαν τον μύθο του Κόμπι Μπράιαντ

Αθλητικα

Η διετία 2004-06, η ιστορική αποτυχία στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας και η οδυνηρή ήττα από την Ελλάδα στην Σαϊτάμα, άλλαξαν για πάντα την εθνική ομάδα των ΗΠΑ. Ο Γιάννης Φιλέρης είδε το Redeem Team που περιγράφει την λύτρωση του αμερικάνικου μπάσκετ, με πρωταγωνιστές τον Κόμπι, τον ΛεΜπρον και τον Μάικ Σιζέφσκι.

Όχι ότι δεν το ξέραμε, αλλά το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, “The Redeem Team” (η ομάδα της λύτρωσης) ήρθε να επιβεβαιώσει ότι πρώτα η Αθήνα και στη συνέχεια η Εθνική Ελλάδας αναθεώρησαν τα πάντα γύρω από την κοσμοθεωρία των Αμερικανών για το δικό τους αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

Ήταν οι βασικές αιτίες αρχικά να φτιάξουν και στη συνέχεια να βελτιώσουν μια τελείως διαφορετική team USA με έναν διοικητικό υπεύθυνο (Τζέρι Κολάντζελο) έναν προπονητή (Μάικ Σιζέφσκι) και σχεδόν το ίδιο ρόστερ, με τους παίκτες να έχουν δεσμευτεί, τουλάχιστον, για μια τριετή παρουσία.

Η οδυνηρή εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, όπου οι ΗΠΑ κατέκτησαν το χάλκινο μετάλλιο σε μια ιστορική αποτυχία (χειρότερη και από εκείνη του Μονάχου το 1972, την οποία άλλωστε ακόμη και τώρα οι Αμερικανοί δεν παραδέχονται ως ήττα) έθεσε τις βάσεις για ό,τι ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2005 ο Κολάντζελο και ο κόουτς Κ.

Η ήττα από την Ελλάδα το 2006 στον αξέχαστο ημιτελικό της Σαϊτάμα και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τους στοίχισε τόσο πολύ, που για να “δέσει” το γλυκό και να μην υπάρξει καμιά αμφισβήτηση των ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008, οι Αμερικανοί επιστράτευσαν τον Κόμπι Μπράιαντ, τον κορυφαίο, πλην όμως και αντιπαθέστερο εκείνη την εποχή, παίκτη του ΝΒΑ!

Το ντοκιμαντέρ ξεκινάει με μια μικρή αναδρομή στο πως οι ΗΠΑ έφτασαν στην καθιέρωση της ντριμ-τιμ το 1992, επεκτείνοντας ταυτόχρονα την μπίζνα του ΝΒΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη (ο Ντέιβιντ Στερν το παραδέχεται με ευγενικό κυνισμό) και αναδεικνύει το αλαλούμ που επικράτησε εν όψει του ολυμπιακού τουρνουά της Αθήνας.

Η κλήση των νεαρών ΛεΜπρον Τζέιμς, Ντουέιν Γουέιντ και Καρμέλο Άντονι, που δεν μπόρεσαν ποτέ να δέσουν με τους μεγαλύτερους σε ηλικία, Άιβερσον, Ντάνκαν, Μάρμπερι και λοιπούς, ο λίγο έως πολύ ιδιόρρυθμος κόουτς Λάρι Μπράουν και η περίεργη για την αμερικάνικη ομάδα διαμονή στην Αθήνα (η αποστολή αντί για το ολυμπιακό χωριό έμεινε στο υπερωκεάνιο Queen Mary, με αυξημένα μέτρα ασφαλείας από τις ελληνικές αρχές) είναι οι δικαιολογίες των Αμερικανών για την εικόνα τους πάνω στα παρκέ του πάλαι ποτέ κλειστού του Ελληνικού (δεν υπάρχει πια) και του ΟΑΚΑ.

Η ήττα από το Πουέρτο Ρίκο στην πρώτη φάση (ακολούθησε και άλλη εναντίον της Λιθουανίας, η ταινία την παρακάμπτει) και από την Αργεντινή στον ημιτελικό, όπου οι αφηγητές επισημαίνουν το δέσιμο και την συνύπαρξη της παρέας των Σκόλα, Τζινόμπιλι, Ομπέρτο, Σκονοκίνι για πολλά χρόνια, διαμόρφωσαν το σκηνικό για ένα πρωτοφανές κάζο.

Ο πάγκος της αμερικάνικης ομάδας απογοητευμένος από τη νίκη του Π.Ρίκο
Ο πάγκος της αμερικάνικης ομάδας απογοητευμένος από τη νίκη του Π.Ρίκο
ACTION IMAGES PRESS AGENCY

“Από την προετοιμασία φάνηκε σα να είχαμε δυο ομάδες. Από τη μια εμείς οι νεότεροι και από την άλλοι οι βετεράνοι” λέει σε μια στιγμή ο Γουέιντ. Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις και των παικτών μεταξύ τους και κυρίως με τον κόουτς Μπράουν δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές: “Μη με ρωτάτε τι έγινε στο ματς. Δεν έπαιξα… ” εμφανίζεται να δηλώνει- σχεδόν χαμογελαστός- ο Άντονι, σε στιγμιότυπο από το 2004.

Πράγματι ο Λάρι Μπράουν είχε σχεδόν αποκοπεί από τους παίκτες. Λέγεται, άλλωστε, ότι τα ομαδικά όχι που εισέπραξε τότε η ABAUSA δεν οφείλονταν μόνο στους φόβους των ΝΒΑερ για την ασφάλεια τους (το 2003 οι ΗΠΑ είχαν εισβάλει στο Ιράκ) αλλά κυρίως εστιάζονταν στην παρουσία του 63χρονου τότε προπονητή. Σε μια προπόνηση είχε κόψει τη φόρα του Τζέισον Κιντ, λέγοντας του: “Ξέρω ότι είσαι πολύ καλός στον αιφνιδιασμό, αλλά θέλω να σταματάς στη γραμμή του φάουλ και να πασάρεις είτε δεξιά, είτε αριστερά…”

Ήταν μια σκέτη αποτυχία το τουρνουά της Αθήνας, με τους περισσότερους παίκτες να μην θέλουν καν να ανέβουν στο βάθρο για την απονομή των χάλκινων μεταλλίων. Ο ΛεΜπρον δεν κρύβει ότι σκέφτηκε να μην ξαναπαίξει ποτέ στην Εθνική Ομάδα…

Ο μισητός Σιζέφσκι

Το ζουμί της ταινίας είναι η ανάληψη της αποκλειστικής ευθύνης για την team USA από τον Τζέρι Κολάντζελο, που αποκαλύπτει ότι ψάχνοντας για προπονητή, ο μακαρίτης πλέον Ντιν Σμιθ του πρότεινε ανεπιφύλακτα τον Μάικ Σιζέφσκι. Τον κόουτς του Ντιουκ, που είχε ξανακαθήσει στον πάγκο των ΗΠΑ, είτε ως βοηθός (1984, 1992) είτε ως πρώτος προπονητής (1990).

Ο ΛεΜπρον δεν … ενθουσιάστηκε. Και το γιατί το εξήγησε με το δικό του τρόπο: “Αν έχεις μεγαλώσει σε φτωχογειτονιές μισείς το Ντιούκ. Μισείς τον Κρίσταν Λέτνερ, τον Τζέι Τζέι Ρέντικ, τον κόουτς Κ, τον μπλε διάβολο (η μασκότ του κολεγίου που εκφράζει όσο κανένα άλλο τους πλούσιους λευκούς)”

Ο Μάικ Σιζέφσκι από το Ντιουκ στην Εθνική Ομάδα των ΗΠΑ
Ο Μάικ Σιζέφσκι από το Ντιουκ στην Εθνική Ομάδα των ΗΠΑ
ACTION IMAGES

Υπήρχε και το ερώτημα αν αυτός, ο επίμονα συστηματικός, σπουδαίος προπονητής κολεγίου αλλά ποτέ εμπλεκόμενος στο σταρ σίστεμ του ΝΒΑ, θα μπορούσε να εμπνεύσει την αμερικάνικη ομάδα των επαγγελματιών. Τα κατάφερε, μια χαρά. Ζητώντας από την αρχή δέσμευση και αφοσίωση στην Εθνική, φέρνοντας … αξιωματικούς του στρατού και τραυματίες του πολέμου στο Ιράκ (ο ίδιος, άλλωστε, ήταν απόφοιτος του West Point, της στρατιωτικής ακαδημίας των ΗΠΑ), ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα, θα μετέτρεπε αυτό το σύνολο των σουπερ-σταρ σε μια υπερομάδα.

Η σφαλιάρα από την Ελλάδα, έφερε τον Κόμπι

Θα αργούσαν ένα χρόνο οι Αμερικάνοι. Προηγουμένως, έπρεπε να φάνε την τελευταία σφαλιάρα πριν ξεκινήσουν ένα σερί από 85 νίκες. Τους την έδωσε η Εθνική Ελλάδος και το ντοκιμαντέρ περιγράφει πόσο στοίχισε στις ΗΠΑ αυτή η ήττα στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Εμείς την ζήσαμε τότε σαν σε μια παραζάλη, από το πρώτο, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, με το απίθανο παιχνίδι της Ελλάδας, τις ασίστ του Παπαλουκά, τα καρφώματα του Σχορτσιανίτη, τα λέι-απ του Σπανούλη, τα σουτ του Διαμαντίδη.

Η ταινία την βλέπει υπό το αμερικάνικο πρίσμα μιας ήττας σοκ: “Για ένα δεκάλεπτο, το τρίτο, εμείς ήμασταν φρικτοί κι αυτοί τέλειοι” λέει ο Σιζέφσκι, ενώ ο Ντουάιτ Χάουαρντ μνημονεύει τον Μπιγκ-Σοφο: “Το θυμάμαι το ματς σαν να ήταν χθες. Η Ελλάδα είχε τον μπέιμπι Σακ!” λέει. Ο Ντουέιν Γουέιντ ομολογεί: “Μας νίκησαν με τον τρόπο που παίζουμε στο ΝΒΑ. Πικ εν ρολ, ψηλά στη ρακέτα. Όσο έβαζαν αυτά τα καλάθια, ανέβαινε η αυτοπεποίθηση τους, έκαναν το τέλειο παιχνίδι κι εμείς δεν επιστρέψαμε ποτέ”.

Ο Βασίλης Σπανούλης παίρνει αμπάριζα όλη την άμυνα των Αμερικανών στον ημιτελικό του 2006
Ο Βασίλης Σπανούλης παίρνει αμπάριζα όλη την άμυνα των Αμερικανών στον ημιτελικό του 2006
EUROKINISSI

Για τον Κρις Μπος “είναι εύκολο να λες, βλέποντας, το ματς μα τι κάνουν, γιατί δεν τους σταματάνε, αλλά όταν είσαι μέσα στο γήπεδο πολλές φορές δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται”. Ο Σιζέφσκι με την 47χρονη διαδρομή του στα γήπεδα και τα περισσότερα από 1.500 ματς στο κολεγιακό πρωτάθλημα δεν θα διστάσει να παραδεχθεί: “Αυτή ήταν η χειρότερη ήττα της καριέρας μου”.

Ο ΛεΜπρον Τζέιμς, δυο χρόνια μεγαλύτερος από το 2004, το φιλοσόφησε διαφορετικά: “Δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα όπως στην Αθήνα, μάλλον ήταν καλύτερα και πάλι όμως δεν είχε έρθει η ώρα μας”.

Αυτή η “γ@%$μένη Ελλάδα”

Η ήττα στην Σαϊτάμα, υποχρέωσε τους Αμερικανούς να διεκδικήσουν την πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008 μέσω του FIBA America την επόμενη χρονιά. Κι όπως εξηγεί η ταινία, το κομμάτι που έλειπε από αυτή την ομάδα δεν ήταν άλλος από τον Κόμπι Μπράιαντ. Η μορφή του αδικοχαμένου σταρ διατρέχει και τα 90 λεπτά του ντοκιμαντέρ, χωρίς ωστόσο να τον εξιδανικεύει. Το 2008 ο Κόμπι ήταν 30 ετών και βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

Οι κόντρες του με τους Λέικερς, από τους οποίους είχε φύγει εξαιτίας του ο Σακίλ Ο’ Νιλ, η υπόθεση του βιασμού της 19χρονης υπαλλήλου του ξενοδοχείου που διέμενε και γενικά ένα τουλάχιστον απόμακρος χαρακτήρας συνόδευαν το αναμφισβήτητο τεράστιο ταλέντο του. Ένας δημοσιογράφος δηλώνει στο ντοκιμαντέρ: “Διάβαζα μαζί με κάποιους συναδέλφους μου μια συνέντευξη του Κόμπι, όπου έλεγε ότι μιλούσε με φίλους του στο ΝΒΑ και γελούσαμε. Ο Κόμπι δεν είχε φίλους…”

Η ομάδα της εξιλέωσης, ήταν για τον Κόμπι η ευκαιρία του δικού του εξαγνισμού και της καθιέρωσης του ως πραγματικού ηγέτη, μέσα και έξω από το γήπεδο. Προετοιμαζόμενος για το παναμερικανικό, αλλά επί της ουσίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Σιζέφσκι δεν μπορούσε να ξεχάσει την ήττα από την Ελλάδα, ένα χρόνο πριν. Η ομίλια του που καταγράφτηκαν από τις κάμερες είναι παροιμιώδης:

“Θα πρέπει να πείτε στον εαυτό σας ότι δεν πρόκειται να χάσετε ξανά, φορώντας αυτή τη φανέλα. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να σας πυροβολήσουν. Είμαι παππούς και έχω πέντε εγγόνια. Κάποια στιγμή στη ζωή σας, ίσως να βάλετε ένα προσθετικό ισχίο, ή γόνατο, η πάλι να χάσετε τα μαλλιά σας και να κάνετε κοιλίτσα. Θα πάρετε τον εγγονό σας αγκαλιά και θα σας ρωτήσει:

– Παππού, εσύ δεν ήσουν στους Ολυμπιακούς Αγώνεςq

-Ναι

– Και τι έκανες;

– Χάσαμε από την γ@%$μένη Ελλάδα

– Που είναι η γιαγιά;”

Ο κόουτς Κ είχε κερδίσει ολότελα τους παίκτες του. Οι ΗΠΑ πέρασαν αέρα από το FIBA America και πήγαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έτοιμοι να αποκαταστήσουν τη φήμη τους. Ο αγώνας με την Ελλάδα στις 14 Αυγούστου 2008 είχε τον χαρακτήρα μιας μεγάλης ρεβάνς για τους Αμερικανούς. Η Εθνική προηγήθηκε με 8-7, αλλά ο Κρις Μπος που μπήκε στα μέσα της πρώτης περιόδου, άρχισε να παίζει σπουδαίες άμυνες, το ματς εξελίχθηκε σε περίπατο και οι ΗΠΑ έπαιρναν τη νίκη με 92-69.

Δεν λέμε άλλα. Το ντοκιμαντέρ συνεχίζεται και τελειώνει με ένα από τα κορυφαία ματς όλων των εποχών, όπως είπε και ο ΛεΜπρον Τζέιμς. Τον τελικό με την Ισπανία. Το τρικ του Κόμπι με τον “αδερφό του” Πάου Γκασόλ και ένα σωρό άλλα.

Δεν είναι αριστούργημα, δεν είναι ένα νέο “Last Dance” δεν ξεφεύγει από τα αμερικάνικα κλισέ (αστερόεσσα, εθνικός ύμνος, ήρωες του πολέμου-εισβολή στο Ιράκ, ο χαμένος τελικός του Μονάχου ως αδικία του αιώνα κλπ, κλπ) αλλά αξίζει να το δείτε. Θα νοσταλγήσετε και τη δική μας Εθνική, εκείνη την σπουδαία ομάδα που έφτιαξε ο Γιαννάκης και σε μια πενταετία κέρδισε τρία μετάλλια, έπαιξε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και άφησε μια βαριά κληρονομιά…

Θα λυγίσετε και στο τέλος στη θέα του Κόμπι, λίγο μετά τον τελικό και την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου, αγκαλιά με την Τζιάνα. Χάθηκαν μαζί στο μοιραίο ελικόπτερο…

Πηγή: sport24.gr